YOOtheme

Υπογονιμότητα & Εργαστηριακή Διερεύνηση

Εκτύπωση

Η «υπογονιμότητα» ορίζεται ως η αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει σύλληψη και να αποκτήσει τέκνο έπειτα από τουλάχιστον ένα έτος τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισυλληπτική προστασία. Διεθνώς, το ποσοστό ζευγαριών που αντιμετωπίζουν προβλήματα υπογονιμότητας υπολογίζεται σε 12-15%.

Ο όρος υπογονιμότητα χαρακτηρίζει την αδυναμία σύλληψης με φυσικό τρόπο  ή μετά από διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης, καθώς και την περίπτωση τριών ή περισσοτέρων επαναλαμβανόμενων αποβολών. Δεν πρέπει να συγχέεται με την «στειρότητα», που είναι η απόλυτη βιολογική αδυναμία τεκνοποίησης. Η υπογονιμότητα είναι ένα συχνό πρόβλημα  παγκοσμίως. της σύγχρονης κοινωνίας, επηρεάζοντας εκατομμύρια ζευγαριών και δημιουργώντας σημαντικές δαπάνες για θεραπείες γονιμότητας.

Παγκοσμίως, υπολογίζεται ότι υπάρχουν 50-80 εκατομμύρια υπογόνιμα ζευγάρια, στα οποία προστίθενται περίπου 2 εκατομμύρια νέα ζευγάρια ετησίως, με τάση για αύξηση. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμη πλήρεις επιδημιολογικές μελέτες της υπογονιμότητας, αλλά εκτιμάται ότι περίπου 300.000 ζευγάρια δυσκολεύονται να αποκτήσουν παιδιά.

Αίτια υπογονιμότητας

Τα αίτια της υπογονιμότητας είναι πολλά και ποικίλα και επηρεάζονται τόσο από γενετικές όσο και περιβαλλοντικές παραμέτρους..

Αιτίες  που οφείλονται στη γυναίκα αφορούν περίπου το  50% των περιπτώσεων, στον άντρα ένα 25% των περιπτώσεων και το υπόλοιπο 25% αφορά αδιευκρίνιστα αίτια.

Σε πολύ αδρές γραμμές, η υπογονιμότητα οφείλεται είτε σε φλεγμονές του γεννητικού συστήματος, είτε σε ορμονικές διαταραχές. Στην Ελλάδα μάλιστα, θεωρείται ότι ο μεγάλος αριθμός αμβλώσεων, καθώς και διάφορες λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος που δεν καταπολεμούνται εγκαίρως και επαρκώς, προκαλούν χρόνιες φλεγμονές και οδηγούν τελικά σε υπογονιμότητα.

Οι χρόνιες λοιμώξεις τόσο στη γυναίκα όσο και στον άντρα (μικροβιακές και κυρίως ιογενείς) ευθύνονται ιδιαίτερα για την τοξικότητα του ενδομητρίου που κλινικά παρουσιάζεται σαν υπογονιμότητα ή συμβάντα αποβολών. Η ορθή διάγνωση είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι αυτή καθοδηγεί την επιλογή της θεραπευτικής στρατηγικής. Διεθνώς διαφαίνεται πλέον η τάση για εξατομικευμένη θεραπεία, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κάθε ζευγαριού. Είναι επομένως χρήσιμο τα ζευγάρια να απευθύνονται σε οργανωμένες ιατρικές Μονάδες, σε συνενόηση με τον θεράποντα ιατρό τους. Έτσι το ζευγάρι δεν υποχρεώνεται σε άσκοπες ή πολλαπλές εξετάσεις και σε αποσπασματικές ή ημιτελείς διαγνωστικές διαδικασίες, ενώ μειώνεται και ο χρόνος αναμονής από την διαπίστωση του προβλήματος μέχρι την κατάστρωση του σχεδίου αντιμετώπισής του.

Τις αιτίες λοιπόν των αποβολών τις κατατάσουμε γενικά σε πέντε κύριες κατηγορίες : (α) ανοσολογικές και ιογενείς (β) γενετικές (γ) θρομβοφιλικές (δ) ορμονικές και (ε) λοιμώδεις μη ιογενείς. Καθεμία από αυτές μπορεί να δημιουργήσει το πρόβλημα είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με τις άλλες.

(α) Ανοσολογικές και Ιογενείς αιτίες

Αφορούν κατά τους περισσότερους ερευνητές ένα ποσοστό περίπου 80% των υπογόνιμων ζευγαριών και την κυριότερη αιτία υπογονιμότητας που χρήζει ιατρικής αντιμετώπισης Η πλειοψηφία των ανοσολογικών αιτίων υπογονιμότητας φαίνεται ότι αποδίδεται σε ιογενείς κυρίως λοιμώξεις της γυναίκας. Αναλυτικότερα η παρουσία μιας ομάδας ιών (των ερπητοϊών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ιός του απλού έρπη) βρέθηκε ότι είναι η βασικότερη αιτία της αύξησης κάποιων τοξικών κυττάρων στο αίμα που είναι γνωστά σαν ΝΚ κύτταρα ή φυσικοί φονείς ή natural killer cells. Αυτά είναι γνωστά κύτταρα που η συγκέντρωσή τους είναι αυξημένη στο αίμα γυναικών με ιστορικό υπογονιμότητας άγνωστης αιτιολογίας. Πολύ μεγάλο ποσοστό ( >50 %) γυναικών με πρόβλημα σύλληψης εμφανίζει αύξηση των ΝΚ κυττάρων στο αίμα. Φαίνεται ότι στη συντριπτική πλειοψηφία η αύξηση οφείλεται στην παρουσία ερπητοϊών στο αίμα των γυναικών. Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζεται με την χορήγηση κατάλληλης αντιερπητικής θεραπείας.

(β) Γενετικές Βλάβες.

  • Μεγάλο ποσοστό περιστατικών με αποβολές ή παλίνδρομες κυήσεις οφείλεται σε καρυοτυπικές (χρωμοσωμικές) αιτίες.
  • Αναφέρεται ότι οι καρυοτυπικές ανωμαλίες των εμβρύων υπερβαίνουν το 50 % των αυτόματων αποβολών πρώτου τριμήνου. Όμως τις περισσότερες φορές δεν γίνεται διαγνωστική απόξεση και έτσι δεν λαμβάνεται υλικό για καρυοτυπική ανάλυση.
  • Έτσι κι αλλιώς, στις περιπτώσεις αυτές η φύση ενεργεί σωστά, απορρίπτοντας τα έμβρυα και προφυλάσσοντας αποτελεσματικά τον πληθυσμό από την δημιουργία εκ γενετής προβληματικών οργανισμών. Οι εγκυμοσύνες αυτές δεν σώζονται. Συνήθως αφορούν γυναίκες μεγάλης ηλικίας και δεν υπάρχει προληπτικός τρόπος να μην επαναληφθούν.

Κυτταρογενετικός έλεγχος σε περιφερικό αίμα

Οι xρωμοσωμικές ανωμαλίες αποτελούν εν δυνάμει παράγοντες υπογονιμότητας. Ζευγάρια με πρόβλημα γονιμότητας παρουσιάζουν παθολογικό καρυότυπο (ένας από τους δύο) με πιθανότητα 4%. Η εξέταση καρυοτύπου περιφερικού αίματος εμπεριέχει σημαντική πληροφορία για τη μελέτη τέτοιων περιστατικών και επιβάλλεται από τα κλινικά πρωτόκολλα αναφοράς.

Αντίστοιχα, χρωμοσωμικές ανωμαλίες έχουν συσχετισθεί κλινικά με καθ’ έξιν αποβολές (διαδοχική απώλεια 3 - 4 κυήσεων) όπου η πιθανότητα ένας από τους δυο γονείς να είναι φορέας χρωμοσωμικής ανακατάταξης είναι 4%. Σε περιπτώσεις με ιστορικό καθ’ έξιν αποβολών συνίσταται καρυότυπος περιφερικού αίματος και για τους δύο γονείς καθώς και καρυότυπος των προϊόντων αποβολής.

Η κυτταρογενετική ανάλυση περιφερικού αίματος ενδείκνυται σε περιπτώσεις ανδρικής και γυναικείας υπογονιμότητας (αδυναμία σύλληψης με φυσικό τρόπο ή μετά από IVF), καθώς και στην περίπτωση πολλαπλών αποβολών. Οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες μπορεί να οδηγήσουν σε υπογονιμότητα στους άντρες και στις γυναίκες εξίσου. Οι κύριες κλινικές ενδείξεις για κυτταρογενετικό έλεγχο περιφερικού αίματος είναι οι εξής:

Οικογενειακό ιστορικό:

  • Χρωμοσωμικών ανωμαλιών.
  • Νοητικής υστέρησης άγνωστης αιτίας.
  • Πολλαπλών αποβολών, νεογνικού θανάτου.

Ασθενείς με:

  • Πρωτογενή ή δευτερογενή αμηνόρροια.
  • Πρόωρη εμμηνόπαυση.
  • Ανωμαλίες στο σπέρμα (αζωοσπερμία, ολιγοσπερμία).
  • Μη-φυσιολογικό κλινικό φαινότυπο (καθυστερημένη ή υπερβολική σωματική ανάπτυξη, δυσμορφία, νοητική υστέρηση).

Ζευγάρια με:

  • Υπογονιμότητα άγνωστης αιτίας (αδυναμία σύλληψης με φυσικό τρόπο ή κατόπιν διαδικασιών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής).
  • Πολλαπλές αποβολές (>3) ή ιστορικό ανεξιχνίαστου νεογνικού θανάτου.
  • Παιδί με διαγνωσμένη χρωμοσωμική ανωμαλία.
  • Διαγνωσμένη χρωμοσωμική ανωμαλία δομικής φύσεως στον καρυότυπο αμνιακού υγρού του εμβρύου που κυοφορούν.

Καρυότυπος (Ζώνωση Giemsa/ 400-550bph):

Με αυτή τη μέθοδο εξετάζουμε  το σύνολο των χρωμοσωμάτων. Μολονότι που στις περισσότερες περιπτώσεις η υπογονιμότητα δεν σχετίζεται με χρωμοσωμικές ανωμαλίες, υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, στις οποίες ο παθολογικός καρυότυπος είναι το κύριο αίτιο της υπογονιμότητας:

  • 45,X (σύνδρομο Turner) ή σύνδρομο Turner σε μωσαϊκισμό (mos 45,X/46,XX) στις γυναίκες
  • 47,XXX (τρισωμία Χ) ή τρισωμία Χ σε μωσαϊκισμό (47,XXX/46,XX) στις γυναίκες
  • 46,XXY (σύνδρομο Klinefelter)  στους άνδρες
  • Ο ένας από τους 2 γονείς φέρει μία ισοζυγισμένη χρωμοσωμική μετάθεση (ανταλλαγή τελικών τμημάτων μεταξύ δύο μη ομολόγων χρωμοσωμάτων χωρίς εμφανή απώλεια γενετικού υλικού). Οι φορείς χρωμοσωμικών μεταθέσεων συχνά παρουσιάζουν υπογονιμότητα ή/και αυξημένο αναπαραγωγικό κίνδυνο εξαιτίας του τρόπου συνδυασμού των ομολόγων χρωμοσωμάτων κατά το μηχανισμό της μείωσης.
  • Ένας από τους γονείς φέρει μία μετάθεση τύπου Robertson (κεντρική σύντηξη δύο ακροκεντρικών χρωμοσωμάτων (ζεύγη 13, 14, 15, 21 και 22). Η μετάθεση τύπου Robertson der(13;14) είναι η πιο γνωστή στον άνθρωπο.  Οι άνδρες φορείς αυτών των μεταθέσεων έχουν 10 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων γονιμότητας σε σχέση με τους μη φορείς.

(γ) Θρομβοφιλικές αιτίες

Aφορούν λογικά τις αποβολές και σε μικρότερο βαθμό ή καθόλου τη δυσκολία στη σύλληψη. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει αυξημένη δυνατότητα θρομβώσεων των αγγείων του ενδομητρίου στην περιοχή εμφύτευσης με αποτελέσμα την αναστολή της ροής του αίματος μέσα στα αγγεία και την ανεπαρκή τροφοδοσία του εμβρύου με θρεπτικά συστατικά. Στη θέση εμφύτευσης του εμβρύου ιστολογικά φαίνεται συμφόρηση των αγγείων του ενδομητρίου, ρήξη του τοιχώματός του και αιμορραγίες με επακόλουθες νεκρώσεις της περιοχής τροφοδοσίας του εμβρύου.

Αποδίδονται κυρίως σε γενετικές βλάβες παραγόντων της πήξης οι οποίες έχουν κληρονομηθεί από τον ένα ή και από τους δύο γονείς της γυναίκας. Η αντιμετώπιση γίνεται με την χορήγηση ουσιών που παρεμποδίζουν την πήξη του αίματος. Το ενδιαφέρον στο σημείο αυτό είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές συνήθως δεν διαπιστώνεται ο λόγος που προκαλεί την θρομβοφιλική διάθεση.

Ενδεικτικά, ο κλασσικός μοριακός έλεγχος θρομβοφιλίας περιλαμβάνει:

  • ανίχνευση μεταλλαγών του γονιδίου ΜTHFR (ομοκυστεϊναιμίας)
  • ανίχνευση μεταλλαγών του γονιδίου FV-Leiden (παράγοντας πήξης αίματος V)
  • ανίχνευση μεταλλαγών του γονιδίου Προθρομβίνης

(δ) Ορμονικές αιτίες

Aφορούν κυρίως την ανεπάρκεια της δράσης της προγεστερόνης.

Η ορμόνη αυτή που φυσιολογικά παράγεται σε μεγάλες ποσότητες από το ωχρό σωμάτιο (το σημείο της ωοθήκης όπου έγινε η ωορρηξία) φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη ματαίωση της απόρριψης του εμβρύου, κυρίως μέσω παρεμποδιστών της φλεγμονής, των οποίων προκαλεί την παραγωγή. Όλα τα πρωτόκολλα εξωσωματικής γονιμοποίησης αλλά και οι σπερματεγχύσεις συμπληρώνονται με την χορήγηση προγεστερόνης (Utrogestan, Crinone κλπ) μέχρι να γίνει γνωστό το αποτέλεσμα της προσπάθειας.

Το πρόβλημα είναι ότι η δράση της προγεστερόνης δεν είναι άμεσα μετρήσιμη. Είναι μεν συνάρτηση της συγκέντρωσης της ορμόνης, όμως εξαρτάται σίγουρα και από άλλους παράγοντες (συγκέντρωση προλακτίνης, οιστρογόνων, υποδοχέων προγεστερόνης κ.λ.π.)

Μια άλλη γνωστή ορμονική αιτία είναι η αύξηση της ορμόνης FSH πάνω από κάποιο επίπεδο. Η αύξηση αυτή μας γνωστοποιεί ότι οι ωοθήκες δεν υπακούουν στην παραγγελία του οργανισμού να παράγει καλής ποιότητας ωάρια και αυτό συνήθως συμβαίνει φυσιολογικά λίγα χρόνια πριν την εμμηνόπαυση.

Αν αυτό συμβεί πρώιμα, π.χ. σε ηλικία τριάντα πέντε (35) ετών, τότε τον πρώτο λόγο έχει ο ενδοκρινολόγος. Σήμερα υπάρχουν πολλές δυνατότητες διερεύνησης και αντιμετώπισης, αλλά και πολλά περιθώρια προόδου της υπάρχουσας γνώσης.

(ε) Λοιμώδεις μη ιογενείς αιτίες

Tόσο στον άνδρα όσο και στην γυναίκα. Κατά την άποψή μας αποτελούν βασικότατους παράγοντες υπογονιμότητας και αποβολών.

Μικροοργανισμοί όπως το Μυκόπλασμα και το Ουρεάπλασμα έχοντας σαν ορμητήριο τον προστάτη μπορούν να μειώνουν σημαντικά τη συγκέντρωση και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων. Όμως, και το ενδομήτριο (η θέση εμφύτευσης) προσβάλλεται από μικρόβια και ιδιαίτερα το Ουρεάπλασμα σχετίζεται με αυτόματες αποβολές. Θεωρούμε ότι η παρουσία του μικροοργανισμού αυτού (Ουρεάπλασμα) πρέπει να ερευνάται σε κάθε περίπτωση και να αντιμετωπίζεται στο ζευγάρι ταυτόχρονα.

Η λοίμωξη από χλαμύδια (Chlamydia trachomatis) αποτελεί επίσης μια πολύ κοινή αιτία που συνδέεται με την υπογονιμότητα. Επιπρόσθετα, ο μικροοργανισμός είναι ο κύριος υπαίτιος για τις αποφράξεις των σαλπίγγων και σοβαρότατος παράγοντας για εξωμήτρια (σαλπιγγική) εγκυμοσύνη.

Άλλοι σχετιζόμενοι παράγοντες.

Η ενδομητρίωση αποτελεί ένα ακόμα παράγοντα υπογονιμότητας, η φύση του οποίου παραμένει αδιευκρίνιστη. Στην ενδομητρίωση παρατηρείται ανάπτυξη έκτοπων τμημάτων ενδομητρίου έξω από τη Άλλοι λόγοι αυτοάνοσης φύσης, όπως οι θυρεοειδίτιδες και άλλες νόσοι του θυρεοειδή αδένα της γυναίκας συνοδεύουν την υπογονιμότητα άγνωστης αιτιολογίας μήτρα τα οποία υπακούουν στις κυκλικές ρυθμίσεις των ορμονών.

Διαγνωστικός έλεγχος

  • FSH
  • Prolactin
  • 17-Hydroxyprogesterone
  • Thyroid Stimulating Hormone
  • Testosterone
  • Gonorrhea Culture
  • Chlamydia trachomatis
  • CMV
  • TPHA
  • Herpes simplex
  • Ερυθρά
  • Toxoplasma
  • Ανάλυση ούρων
  • Πακέτο Θρομβοφιλίας
  • Σπερμοδιάγραμμα και καλλιέργεια σπέρματος
  • Κυτταρογενετικός έλεγχος σε περιφερικό αίμα

 

 

 

Μάθετε περισσότερα για την CG

Μάθετε περισσότερα για την τεχνολογία που χρησιμοποιούμε

Εταιρική Ευθύνη